Η στροφή

by theelfatbay on 14 Οκτωβρίου 2012

Από τα παιδικά μου χρόνια αντιλήφθηκα το μάταιο των πραγμάτων. Όπως τότε που το Λένινγκραντ μύριζε φαινόλη και πτώματα. Κρυβόμουν πίσω από τα δέντρα, παρακολουθώντας τους μπολσεβίκους να αναλύουν εργασιακά θέσφατα, τρώγοντας μπαγιάτικες κόρες με δανεικό δελτίο της αδερφής μου που είχε εγγραφεί σε ένα σωματείο για να έχουμε τα στοιχειώδη που μας κρατούσαν αδιάφορους στην θλιβερή πραγματικότητα: σπίρτα, ένα μπαλωμένο χιτώνιο και σάπιες φλούδες από πατάτες. Το βράδυ η Ντάρια μας διηγιόταν παραμύθια για τις στέπες γύρω απ’τον Βόλγα, σίγουρη για μια καλύτερη μέρα αν και ξέραμε ότι όταν κοιμόμασταν, έβαζε το τροποποιημένο νυφικό της και εκδιδόταν στην κοντινή πλατεία με τα μικρά αγάλματα και τις στέρφες κρήνες που πάγωναν απ’την βία και το κρύο.

Τα χρόνια μάς πετούσαν χιόνι και αδύναμους αγγέλους στα μούτρα αλλά δεν μας ένοιαζε τίποτα. Βγαίναμε με τον Αγάπιι το μεσημέρι στην αυλή και παίζαμε με τα παιδιά μιας οικογένειας Εβραίων που μοιράζονταν την κουζίνα μαζί μας. Δηλαδή ζούσαν κυριολεκτικά στην κουζίνα· έξι άτομα που πούλησαν στην μαύρη αγορά δυο κηροπήγια και μια ξιφολόγχη για κάποια γραμμάρια λαρδιού. Κοίταζα τις εποχές που πέρναγαν από το θαμπωμένο παράθυρο της σοφίτας, σχεδιάζοντας ελάφια και μπαλόνια, χαμόγελα κι ευχές πριν λιώσουν γρήγορα και ξαναρχίσω να ζωγραφίζω άλλα. Θυμάμαι τα πρόσωπα των επαναστατών που περνούσαν από την γειτονιά και κρυβόμουν βαθιά στο χιόνι για να μην με πάρουν μαζί τους, στο αέναο παιχνίδι της πάλης και των πλαστών ονείρων στα προάστια των δρυμών.

Συνειδητοποίησα με πόνο στην μικρή μου καρδιά που παλλόταν, ότι είχα βαρεθεί να βλέπω κατεστραμμένα κτίρια, χεσμένες σημαίες, μαύρους καπνούς και δυσώδη χνότα απ’την πείνα. Αποφάσισα να το σκάσω με την Φίλκα, το κορίτσι που γλίτωσε την σφαγή και την διαπόμπευση, αφήνοντας πίσω τα αγαπημένα της πρόσωπα που θυσιάστηκαν στον βωμό της μνησικακίας και της εκδίκησης και να ταξιδέψουμε στην χώρα που βασιλεύει η δικαιοσύνη, η ευγένεια και η κοινωνική ειρήνη. Κρατώντας τα χέρια σφιχτά, λαχανιάζοντας, μπήκαμε στο δάσος που θα μας οδηγούσε σε κάποια εγκαταλελειμμένα βαγόνια, με την ελπίδα ότι κάποτε θα ξεκίναγαν με φόρα και περίσσεια δύναμης, το ταξίδι για την χώρα των θαυμάτων με πολλά ζαχαρωτά, ζεστές αγκαλιές και καλοσυνάτα πρόσωπα με λευκά δόντια.

Τις πρώτες ημέρες ήταν καλά. Η Φίλκα μου μίλαγε για τους γονείς της. Τον μπαμπά της που ήταν αξιωματούχος του Τσάρου και την μαμά της που ήξερε πολλές ξένες γλώσσες και βοηθούσε τις μικρές κυρίες που ήθελαν να κάνουν το ντεμπούτο τους στην Αυλή. Το σπίτι τους το έκαψαν χωρικοί που ονομάζονταν κομμουνιστές αλλά για τους γονείς της δεν έλεγε λεπτομέρειες διότι την έπιανε άσθμα και έβηχε για αρκετή ώρα. Στεναχωριόταν γι’αυτούς αλλά μετά από λίγο θυμόταν τις κοινωνικές της δραστηριότητες πριν τις δολοφονίες κι εξιστορούσε περιστατικά με γλαφυρό τρόπο μιλώντας για τον αδερφό της τον Μπόρις που αγνοείτο ενώ ακούγαμε μακρινές ιαχές από έναν όχλο που δεν έδινε δεκάρα για μας. Ούτε κι εμείς νοιαζόμασταν όμως αφού λίγο πριν την τελευταία πνοή μας, διαβαίναμε με χάρη την στροφή προς την δική μας ελευθερία.

Likes(0)Dislikes(0)

2 Σχόλια to “Η στροφή”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *