Πόλεμος κι ρόδα

by theelfatbay on 13 Ιουλίου 2012

Θυμάμαι έντονα τα βρόμικα ρούχα, την βροχή που μούσκευε το χώμα κι την υγρασία που έδερνε τα κόκαλα· δεν θυμάμαι ακριβώς την μέρα αλλά οι νύχτες ήταν έντονες με πολλές ιστορίες ανάκατες με παραμύθια από την μορφίνη που χορηγείτο στις μορφές που σκεπασμένες με την τρύπια χλαίνη, μιλούσαν για παράξενα πλάσματα, όμορφες κρήνες κι ξανθιές νεράϊδες που μιλούσαν άναρθρα χωρίς σταματημό, για τα ανίκητα κάστρα στον βυθό της θάλασσας, γιατροί με λευκές ποδιές, νοσοκόμες με αυστηρά παραγγέλματα κι ένας αέρας που μουρμούριζε μνησίκακα για το μάταιο της ύπαρξης.

Τα χρόνια πέρασαν αλλά εσύ εξακολουθείς να αντιπαλεύεις τις προπαγανδιστικές εφημερίδες, τις αγαπημένες προβοκάτσιες των εχθρών, τους δύσκολους γρίφους της αλλοπρόσαλλης πολιτικής του αρχηγού σου, έμπλεος της ματαιοδοξίας σου κι της αγάπης σου για το επέκεινα, δεν θέλεις τους όρους της φυσικής αλλά τον ξαφνικό θάνατο κι τις άσχημες σφαίρες, την ώρα που τρυπούν την σάρκα ή το κρανίο, αφήνοντας στην έρημο του παραλόγου κι της λήθης το αποσβολωμένο σαρκίο που κάποτε αγάπησε κι μίσησε, πίσω από φινιστρίνια κι νοτισμένα χλωμά παράθυρα νιότης.

Σήμερα δεν ξέρω πού βρίσκεσαι αν κι κάποια γράμματα από φίλους με ενημερώνουν για την οξυθυμία σου, τους εφιάλτες σου από τις πάλαι ποτέ αϋπνίες όταν κράταγες τσίλιες στην ορντινάντσα σου, που διαγούμιζε σπίτια κι κελάρια καθώς η πείνα είναι ισχυρότερη από τον πόλεμο κι την αγάπη, την ακαταμάχητη ιδιοσυγκρασία σου που της αρέσει να κανιβαλίζει προς πάσαν κατεύθυνση, καθώς τα νεύρα κι η ψυχή έχουν περάσει στην άλλη άκρη του κήπου με αηδόνια, λίμνες κι βλογιοκομμένους ασθενείς που συζητούν για τις κομμένες σάρκες που έτρωγαν χωρίς ντροπή στα χαλάσματα.

Δεν ξέρω καν την ηλικία σου, φαντάζομαι ότι οι γκρίζοι κρόταφοι κι το σκυθρωπό ύφος εξακολουθούν να παραμένουν τα ίδια, οι καλοθελητές με πληροφορούν ότι φέρεσαι απαίσια στους κατωτέρους σου, ίσως γι΄αυτό τα φύλλα πορείας για την Σαρδηνία είναι συχνότερα, τόπος ξεκούρασης κι περισυλλογής αν κι πολλοί εποφθαλμιούν την θέση σου ειδικά τώρα που αποκήρυξες με σθένος την Γαλλο-Οθωμανική Συμφωνία, δεν το κρύβω ότι εξακολουθείς να μου λείπεις, ασχέτως αν αναστενάζω κάτω από σωρούς αλληλογραφίας κι ηλίθιες διαταγές ανωτέρων για  αστραπιαίες διευθετήσεις.

Θυμάμαι τις ημέρες της άδειάς σου, τότε που κρυμμένοι πίσω από δέντρα ή στα φτηνά ξενοδοχεία της Βιέννης, ανακαλύπταμε την δική μας γλώσσα, γευόμενοι χυμούς κι ιδρώτα, έρωτα κι συρρικνωμένο χρόνο, δυο αγόρια ευτυχισμένα από τα σταφύλια της αγάπης, μου χάϊδευες τα μαλλιά άτσαλα κι εγώ σου έβγαζα τσιγάρα με απαίσια γεύση ενώ εσύ μου μιλούσες ξέπνοος για το Παρίσι κι τα πορνογραφήματα που έκρυβες κάτω από το στρώμα στο πατρικό σου, γέλαγες κι μου έλεγες ότι δεν θα χωρίσουμε ποτέ, ξεχνώντας όμως ότι η λήθη είναι γρηγορότερη κι ο έρωτας σύντομος αφού βαριέται να γεράσει.

Likes(0)Dislikes(0)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *